ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι δραστηριότητες της Φ.Α.Α.Θ. κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Φώτιος Μ. Πασχαλίδης

Στις 5 Δεκεμβρίου 1871, 143 επιφανείς Θεσσαλονικείς εκλέγουν δύο εξαμελείς επιτροπές: την μία, για να συζητήσει και να αποφασίσει για τον κανονισμό της λειτουργίας της Αδελφότητας μέχρι 19 Δεκεμβρίου 1871 και την δεύτερη για να τον συντάξει και να τον υποβάλει στην ίδια ημερομηνία. «… το πρώτον σήμερον άπαντες συνήλθομεν εν τη οικία του κ. Ν. Γ. Χρυσοπούλου προς σύστασιν Αδελφότητος σκοπόν εχούσης την υποστήριξιν ενδεών και απόρων μελών της Αδελφότητος. Προς τούτο δε επελέξαμεν σήμερον εξαμελή επιτροπήν τους κ. Α. Κατζάλην, Α. Σιμωνίδην, Στ. Μιχαηλίδην, Ν. Χρυσόπουλον, Αν. Βεργάδην και Θ. Γεωργιάδην προς σύνταξιν του Κανονισμού». Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Θεσσαλονίκης ήταν πλέον γεγονός. Είχαν ήδη περάσει 20 μήνες από τη δημιουργία της Βουλγαρικής εξαρχίας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τη συσσωρευμένη του σοφία, προαισθάνεται μία αναμέτρηση μεταξύ των ορθοδόξων στην περιοχή της Μακεδονίας. Την ίδια χρονική περίοδο έχουν ολοκληρωθεί και οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τη σύσταση και λειτουργία των οργανώσεων στην οθωμανική αυτοκρατορία και τα προνόμια που παραχώρησε η Υψηλή Πύλη στους Ελληνορθόδοξους Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκης και Σμύρνης. Στην Αδελφότητα οι αιτήσεις για την εγγραφή νέων μελών πολλαπλασιάζονται. Σε ένα μήνα αυξήθηκαν σε 265 τα μέλη, ενώ οι οικονομικές ενισχύσεις καταφθάνουν από όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή υπό μορφή δωρεών, ευεργετημάτων και συνδρομών. Οι ομόθρησκοι πρόκριτοι της Θεσσαλονίκης με οθωμανική ή ξένη υπηκοότητα ζητούν και γίνονται μέλη.   Στις 6 Ιανουαρίου 1872 εγγράφεται ο Ιωάννης Αυγερινός (Αυστριακός υπήκοος), τρίτος κατά σειρά πρόεδρος της Αδελφότητας, και πιθανώς και ο Περικλής Χατζηλαζάρου, τέταρτος κατά σειρά πρόεδρος, υποπρόξενος των ΗΠΑ και στενός του φίλος. Μέσα στα νέα μέλη πρέπει να είναι και ο Στέφανος Τάττης, δεύτερος κατά σειρά πρόεδρος της Φιλόπτωχου, μετά τον Προκοπή Παπαδόπουλο, ο οποίος ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Αδελφότητας και ο οποίος σπάνια παρευρίσκεται στα Διοικητικά Συμβούλια. Η οικονομική ευρωστία της Αδελφότητας είναι μεγάλη. Τα πρώτα χρόνια η περιουσία της υπερβαίνει τις 400 οθωμανικές λίρες ενώ έχει επίσης ένα πρόσθετο εισόδημα 240 οθωμανικών λιρών από 5 μεγάλους ευεργέτες (Δημήτριος Κατούνης 50 λίρες, Μάρθα Μπάλλιου 80, Αθανάσιος Ιωαννίδης 100, Ματθαίος Χατζηγεωργίου 10) και ένα τακτικό εισόδημα από 100 ρούβλια ετησίως από την Σεβαστούπολη των συμπολιτών μας Γραμματίκωφ, το οποίο κατεβάλλετο μέχρι το 1897 (Λογοδοσία 28 Ιουνίου 1892). Από τις πρώτες μέρες της ίδρυσης αναζητούνται και βρίσκονται τρόποι συλλογής οικονομικών πόρων με εράνους ή λαχειοφόρες αγορές. Στον πρώτο κανονισμό της Αδελφότητας, στο πρώτο άρθρο αναφέρεται πως «σκοπό έχει την παροχή περίθαλψης και πάσης εν γένει δυνατής συνδρομής εις αποδεδειγμένα απόρους ομογενείς». Το 40% των χρημάτων κρατείται σαν αποθεματικό, ενώ το 60% διανέμεται σε απόρους, σε χήρες, σε ορφανά ή ομοεθνείς φυλακισμένους υπό μορφή καυσίμου ύλης, τροφής και ειδών ρουχισμού. Χορηγούνται επίσης χρηματικά ποσά στους διευθυντές των αστικών σχολών, για υποτροφίες σε άπορους μαθητές. Μετά τις πρώτες οικονομικές ενισχύσεις, συστήνεται μόνιμη επιτροπή βοηθημάτων και από τις 11 Ιανουαρίου 1872 αρχίζει το έργο της, ενώ δίνεται το δικαίωμα στον πρόεδρο και στον αντιπρόεδρο σε επείγουσες περιπτώσεις να χορηγούν βοηθήματα μέχρι του ποσού του 1 μετζιτιού χωρίς τη γνώμη της επιτροπής (πρακτικά 29.1.1872).   Το Πάσχα του 1872 χορηγούνται 1.175 γρόσια στους φυλακισμένους, ενώ ήδη έχουν σταλεί πουκάμισα «λόγω της γυμνότητος» των φυλακισμένων. Τα Χριστούγεννα διανέμονται «γκάζι, κάρβουνα, σπαρματσέτα και είδη τροφίμων, όπως ψωμί και κρέας». Από τις πρώτες μέρες της ίδρυσης προσπαθεί να ανταποκριθεί στο σκοπό αυτό με τη χορήγηση βοηθημάτων σε απόρους, με την περίθαλψη ορφανών, με υποτροφίες σε μαθητές και φοιτητές, με την παροχή ρουχισμού και άλλων ειδών ανάγκης σε φυλακισμένους και με τη διανομή φαρμάκων, τροφίμων και καύσιμης ύλης σε ανήμπορους Ελληνορθόδοξους. Παρέχει ιατροφαρμακευτική βοήθεια δωρεάν σε απόρους ασθενείς στο νοσοκομείο της κοινότητας το Θεαγένειο, το οποίο βρισκόταν τότε κοντά στην Μητρόπολη, γωνία Μητροπόλεως και Κούσκουρα, και καλύπτει όλα τα έξοδα της Αστυκλινικής, ένα είδος σημερινών εξωτερικών ιατρείων. Ιατροί, μέλη της Αδελφότητας επισκέπτονται τους απόρους ασθενείς στα σπίτια τους και φροντίζουν για την αποκατάσταση της υγείας τους. Κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης διενεργεί εράνους και διανέμει τα χρήματα στις ενορίες της πόλης για ενίσχυση των απόρων. Ενισχύει τα Ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Σε συνεννόηση με τη Δημογεροντία αποφασίζει το 1901 να διανέμεται, το 1/3 των καθαρών εσόδων στα εκπαιδευτήριά της, τα οποία είχαν μεγάλες ανάγκες, το 1/3 να καλύπτει τα έξοδα ανεγέρσεως του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής και με το υπόλοιπο 1/3 να διενεργεί το φιλανθρωπικό της έργο. Βλέποντας αυτή την οντότητα ο μόλις αφιχθείς από τη Βάρνα, νέος Μητροπολίτης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’, δίνει εντολή, σαν πρόεδρος της Δημογεροντίας, για ίδρυση και λειτουργία οργανωμένων κοιμητηρίων, πράγμα που στερούνταν η Ελληνική κοινότητα. Με σύμβαση της 26.4.1875, η οποία καταχωρήθηκε από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης στα βιβλία της και με συγκατάθεση των τουρκικών αρχών, παραχωρήθηκε στην Αδελφότητα κατά πλήρη κυριότητα έκταση έξω από τα τείχη της πόλης και ορίστηκε με την ίδια σύμβαση, να αναγείρει η Αδελφότητα στο σημείο αυτό νεκροταφείο Ελληνορθόδοξων και ένα άλλο ως παράρτημα στη θέση Αγίας Παρασκευής για να εξυπηρετεί το δυτικό τμήμα της πόλης.   Αμέσως αρχίζει η κατασκευή Ναών για τα νεκροταφεία και φιλοτεχνείται η εσωτερική διακόσμησή τους. Γίνεται η διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου, ο οποίος καλλωπίζεται και υδροδοτείται. Οι εργασίες γίνονται με δωρεές ομοθρήσκων από τη Μακεδονία και από το εξωτερικό ή εξαντλώντας και το υπόλοιπο από το γενικό ταμείο της Αδελφότητας. Πολύ σύντομα η Ελληνική κοινότητα αποκτά σύγχρονα νεκροταφεία, της Ευαγγελίστριας το 1875 και της Αγίας Παρασκευής το 1900 και λύνεται ένα μεγάλο πρόβλημα, που ταλάνιζε την πόλη. Όλη η δραστηριότητα της Αδελφότητας την πρώτη τριακονταετία κυλά μέσα σε έντονες αντιπαλότητες και προσωπικές προστριβές των προκρίτων για τη διοίκηση της Αδελφότητας και των νεκροταφείων της. Οι συγκρούσεις αυτές, οι οποίες έχουν έντονο προσωπικό υπόβαθρο, διαταράσσουν για πολύ καιρό την Ελληνική Κοινότητα και τα όργανά της. Παράλληλα υπήρξαν και προσπάθειες να διαλυθεί η Αδελφότητα μέσα στην Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κοινότητας. Οι προσπάθειες αυτές έπεσαν στο κενό και καταψηφίσθηκαν στη γενική συνέλευση των Αντιπροσώπων, διότι η Αδελφότητα είχε ευρεία υποστήριξη από όλες τις λαϊκές τάξεις και ιδιαίτερα στην τάξη των συντεχνιών (εσνάφια).