Φώτιος Μ. Πασχαλίδης
Με την απελευθέρωση, η μορφή της δραστηριότητας αλλάζει και η Αδελφότητα επιδίδεται σε έργα εποποιίας και κοινωνικής πρόνοιας εφαρμόζοντας κατά γράμμα τον καταστατικό της χάρτη. Αναγκαίο όμως είναι αυτήν την περίοδο να τη χωρίσουμε σε δύο ενότητες. Η πρώτη από την ημέρα της απελευθέρωσης μέχρι το τέλος του 1931 και η δεύτερη από το 1932 μέχρι την 9η Απριλίου 1941, ημέρα καταλήψεως της πόλης μας από τις μεραρχίες του Ναζισμού. Αυτός ο διαχωρισμός είναι επιβεβλημένος διότι η Αδελφότητα κατά το δεύτερο μέρος χάνει την οικονομική της ευρωστία, καθώς η διοίκηση και διαχείριση των νεκροταφείων περιήλθε εις τους Δήμους και τις Κοινότητες με νομοθετική διάταξη, χωρίς καμιά απολύτως αποζημίωση προς τη Φιλόπτωχο. Η κυριότητα των κοιμητηρίων παραμένει στην Αδελφότητα εφόσον δε γίνεται απαλλοτρίωση και τα νεκροταφεία επανέρχονται στη δικαιοδοσία της μετά τη λήξη των ενταφιασμών. Οι χορηγίες, οι δωρεές, τα βοηθήματα μειώνονται σημαντικά κατά τη δεκαετία αυτή. Εκτός από τις διαμάχες που υπήρχαν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας μέσα στην Ελληνική κοινότητα για τη διαχείριση των κοιμητηρίων, δημιουργήθηκε πρόβλημα και στις αρχές του 1920. Αυτό όμως ξεπεράστηκε εύκολα όταν η Αδελφότητα υπέβαλε υπόμνημα στο υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, ζητώντας αυτό το καθεστώς να θεωρηθεί «νόμιμον και εξυπηρετούν κοινωφελή σκοπό». Το αίτημα αυτό της Αδελφότητας έγινε δεκτό. Το θέμα επανήλθε το 1923 με νόμο περί «διοικήσεως των ενοριών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων των νέων χωρών» οπότε η Αδελφότητα επανήλθε με το έγγραφο του 1920. Με την απελευθέρωση και την είσοδο του Ελληνικού Στρατού η Αδελφότητα σημαιοστολίζει όλα τα δημόσια κτίρια, κατασκευάζει δύο μεγάλους σταυρούς επίχρυσους και τους τοποθετεί, ένα στη Ροτόντα και ένα στον Άγιο Δημήτριο. Βοηθά τον Ε.Ε.Σ. και το Λευκό Σταυρό του Σπ. Ματσούκα. Ενισχύει οικονομικά το κινητό νοσοκομείο της πριγκίπισσας Ελένης και καταθέτει 100 οθωμανικές λίρες υπέρ των τραυματιών, ενώ δίνει 3.000 δραχμές υπέρ του Εθνικού Στόλου. Ενισχύει οικονομικά το «Θεαγένειο» νοσοκομείο, για τις ανάγκες του από την απελευθέρωση, τις οικογένειες των εφέδρων της Θεσσαλονίκης, τους σεισμοπαθείς των παραλίων της ανατολικομεσημβρινής Θράκης, 30 στρατιώτες εγκαταλελειμμένους στον αρχαίο ναΐσκο του Αγίου Νέστορος. Παράλληλα ενισχύει το δημοτικό σχολείο στη Γαλάτιστα, το ορφανοτροφείο Μελίτευς, τη φιλαρμονική «Ορφεύς», τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης για αγαθοεργίες και για αγορά αμφίων των ιερέων της. Βοηθά για την επισκευή του ναού στο Καβαλάρι, αγοράζει κλινοσκεπάσματα για τους κατατρεγμένους του Βογατσικού, δίνει χρηματική βοήθεια για έκτακτες πολεμικές δαπάνες. Η αλληλεγγύη δε σταματά στους ομόθρησκους μόνο, αλλά διαθέτει χρήματα και υπέρ των τούρκων προσφύγων, όπως το Άγιο Πάσχα που διανέμει κρέας σε πρώην στρατιώτες του οθωμανικού στρατού. Το μόνο που σταματά είναι η οικονομική ενίσχυση των φυλακισμένων, εκτός από τα έξοδα για την αποφυλάκιση πολιτικών κρατουμένων της τουρκοκρατίας, ενώ τα βοηθήματα και οι υποτροφίες μαθητών συνεχίζονται (40 τον αριθμό). Για την κηδεία του δολοφονηθέντος Βασιλέως Γεωργίου διαθέτει ένα σημαντικό ποσό (255 γρ), ενώ καταθέτει στεφάνι από ασήμι αξίας 25 οθ. λιρών, στον τάφο του στην Αθήνα. Για την ακεραιότητα, τη σωστή διαχείριση των χρημάτων και την τιμιότητα που διακρίνει τη Φιλόπτωχο, δέχεται οικονομική βοήθεια, προς διανομή από τον Υπουργό και Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Κων. Ρακτιβάν, το Νομάρχη Π. Αργυρόπουλο και το βουλευτή Αττικής και μετέπειτα Υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεσσαλονίκης Μ. Νεγρεπόντη. Οι δραστηριότητες που εξετέθησαν αφορούσαν μόνο το 1913, κατά το οποίο ο Ελληνορθόδοξος πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάστηκε. Άρχισε δε να δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα ενταφιασμών, από τους χίλιους και πλέον νεκρούς αξιωματικούς και στρατιώτες του Βαλκανικού και του Ελληνο-Βουλγαρικού πολέμου, οι οποίοι κατ’ εντολή της κυβερνήσεως θάβονταν στην Ευαγγελίστρια. Είναι οι νεκροί από την Κρέσνα, το Κιλκίς, το Λαχανά, την Τζουμαγιά, τα Γιαννιτσά. Ήδη τα νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας έχουν συρρικνωθεί από την κατάληψη του Δημοτικού Νοσοκομείου το 1911 και μέρος του γηπέδου αριστερά της εισόδου, από τους Νεότουρκους, όπου ανεγέρθηκε παρανόμως η Εμπορική Σχολή, η οποία μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιήθηκε ως Σχολή Χωροφυλακής, ενώ από το 1914 διεκδικούν την κυριότητά της οι Τούρκοι. Άμεσος λύση ζητείται από την Αδελφότητα, η οποία σε συνεργασία με τη Μητρόπολη προχωρεί σε νέο σχεδιασμό των κοιμητηρίων της Ευαγγελίστριας με τον αρχιτέκτονα Αγαμν. Βαγλαμαλή. Σε ανύποπτο χρόνο, το 1900 είχε αρχίσει η περιτείχιση του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου και από την 30 Απριλίου 1915 αρχίζουν οι ενταφιασμοί στην ανατολική πλευρά του. Ενώ στις 5 Ιουνίου 1916 στη θέση Χορτατζήδες αρχίζουν να λειτουργούν τα νεκροταφεία του Προφήτου Ηλία σαν παράρτημα της Ευαγγελίστριας. Σε δύο χρόνια τα κοιμητήρια έχουν υπερπληρωθεί από τους ενταφιασμούς των προσφύγων και τους νεκρούς απόρους των νοσοκομείων ή των φυλακών. Αναζητείται λύση μέσω αγοράς νέου χώρου κοντά στα στρατιωτικά νεκροταφεία στη θέση «παλιά αμπέλια», όπου δημιουργούνται τα κοιμητήρια της Αγίας Φώτιδος (Φωτεινής). Η εκμετάλλευση των κοιμητηρίων έχει και την ανάλογη αύξηση εσόδων, που δίνει μεγάλη ευχέρεια για έργα εποποιίας, αλληλεγγύης και βοήθειας σε ανήμπορους της πόλης. Στα πρακτικά της Αδελφότητας αναγράφονται βοήθειες για όλα τα ευαγή ιδρύματα της πόλης, για ομοεθνείς πρόσφυγες και για υποτροφίες μαθητών και απόρων φοιτητών. Αυτή η οικονομική ευρωστία δίνει την ευχέρεια για αγορά ιδιόκτητου οικήματος, το οποίο θα στεγάσει τα γραφεία της Φιλόπτωχου σε χώρο κατάλληλο. Στις 29 Μαΐου 1922, η Γενική Συνέλευση της Αδελφότητας δίνει την εντολή της αγοράς του οικοπέδου 124/12 της πυρίκαυστης ζώνης, 335,84 τ.μ. στην πλατεία Αγίας Σοφίας και η Αδελφότητα υπογράφει σύμβαση οικοδομήσεως διώροφου κτιρίου από beton-armee με την Ανώνυμη Οικοδομική Εταιρεία Νέων Χωρών. Αυτό όμως την αναγκάζει να περιορίσει τα βοηθήματά της κατά το 1/3. Ενδεικτικά ο ετήσιος απολογισμός το έτος 1915 ήταν 39.714 δραχμές, ενώ του 1930 750.528 δραχμές. Τη δεκαετία του 1930 τα έσοδα της Αδελφότητας περιορίστηκαν σημαντικά γιατί η πολιτεία, με νόμο ανέθεσε τη διοίκηση και διαχείριση των νεκροταφείων στους νεοσύστατους Δήμους και τις κοινότητες των Νέων Χωρών, δίχως να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες των κοιμητηρίων. Ακόμα οι αποπληρωμές του δανείου, που πήρε η Φιλόπτωχος για να κτίσει το κτήριό της, απορροφούσαν σχεδόν όλους τους πόρους της, οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τις συνδρομές των μελών. Για το λόγο αυτό το φιλανθρωπικό της έργο περιορίστηκε και, με την έλευση της δύσκολης δεκαετίας του ’40, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, συνεργαζόμενη με τα κατηχητικά της Εκκλησίας, που άρχισαν εν τω μεταξύ να προσφέρουν ποικιλοτρόπως στην πόλη. Οι δραστηριότητες της Φιλόπτωχου δεν περιορίζονται μόνο σε έργα φιλαλληλίας και κοινωνικής πρόνοιας αλλά τα μέλη της Αδελφότητας συμμετέχουν ενεργά και στο δημόσιο βίο της χώρας. Κατά τη διάρκεια του κινήματος της Εθνικής Αμύνης, υπό την ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, συγκαλείται στις 29 Σεπτεμβρίου 1916 έκτακτο Διοικητικό Συμβούλιο της Αδελφότητας, συντάσσεται ψήφισμα υπέρ της εγκατάστασης της κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανακηρύσσεται επίτιμος πρόεδρος της Φιλοπτωχου και δίνεται οικονομική βοήθεια στον υπουργό του, τον Μ. Νεγρεπόντη, για τις ανάγκες της κυβέρνησης. Επίσης στο δημόσιο βίο της χώρας συμμετείχαν δύο προσωπικότητες των γραμμάτων, στενοί συνεργάτες της Αδελφότητας, ο Πέτρος Παπαγεωργίου, καθηγητής της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Ν.Ι. Λούβαρης, καθηγητής Θεολογίας στην αντίστοιχη σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1926 και το 1935 υπουργός Παιδείας. Στις εκλογές του 1930 δύο ενεργά μέλη της Αδελφότητάς μας, ο Ξεν. Παιονίδης και ο Δημ. Δίγκας – πρόεδρος της Αδελφότητας από το 1926 – εκλέγονται γερουσιαστές και ο τελευταίος αναλαμβάνει και υπουργός. Την ίδια εποχή στην τοπική αυτοδιοίκηση έχουμε τον Ν. Μάνο Δήμαρχο Θεσσαλονίκης και έξι μέλη της Φιλοπτώχου στο Δημοτικό Συμβούλιο. Έκτοτε μεγάλος αριθμός δημάρχων Θεσσαλονίκης έχουν χρηματίσει απλά μέλη ή σύμβουλοι ή και πρόεδροι της Αδελφότητας αρχίζοντας από τον πρώτο δήμαρχο μετά την απελευθέρωση, τον Κ. Αγγελάκη και καταλήγοντας στον Κ. Κοσμόπουλο το 1988.
