Φώτιος Μ. Πασχαλίδης

Η μορφή της δράσης αλλάζει όταν η αγριότητα των εξαρχικών για την κυριαρχία της Μακεδονίας γίνεται έντονη και η επικράτηση αυτών επικίνδυνη. Οι προύχοντες αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο. Το μέλος της Εθνικής Εταιρείας Μάτσας από τη Θεσσαλονίκη, ζήτησε από τις 10 Ιουνίου 1899 τη συγκρότηση ελληνικών ομάδων από τη Μακεδονία για την καταπολέμηση των βουλγάρων κομιτατζήδων. Παράλληλα, και με την πίεση που ασκεί ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ στην Ελληνική κυβέρνηση για αποστολή πρακτόρων και ίδρυση μυστικών ομάδων στη Μακεδονία, γίνεται αποδεκτή η αλλαγή δράσης. Ο ίδιος διορίζει και αποστέλλει από την Κωνσταντινούπολη στη Μακεδονία σε μια τριετία, μια δεκάδα νέων και δυναμικών Μητροπολιτών ενώ η Ελληνική κυβέρνηση στέλνει 25 ειδικά εκπαιδευμένους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Η Ελληνική κυβέρνηση τοποθετεί τον Λ. Κορομηλά, έναν ικανό διπλωμάτη, στο προξενείο της Θεσσαλονίκης για το συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων. Η ίδια κυβέρνηση, την άνοιξη του 1903 ιδρύει το μυστικό Ελληνικό Αμυντικό Κομιτάτο (Ε.Α.Κ.) αποτελούμενο από επιφανείς Θεσσαλονικείς, παλαιούς δημογέροντες, όλοι μέλη της Αδελφότητας, με οθωμανική υπηκοότητα. Πρώτη δυναμική εμφάνιση είναι η οργάνωση αντιβουλγαρικής διαδήλωσης από τη Φιλόπτωχο στις 20 Ιανουαρίου 1904 μπροστά στα γραφεία της. Η εκδήλωση έγινε με συνεργασία όλων των Ελληνικών συλλόγων της πόλης, από 6.000 περίπου διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων αρκετοί οπλοφορούσαν «για την προστασία των» παρότι υπήρχε εκείνη την εποχή στρατιωτικός νόμος.   Τον Ιούλιο του 1906 ο υπολοχαγός Αθανάσιος Σουλιώτης «Νικολαΐδης» ερχόμενος στη Θεσσαλονίκη διαλύει το κομιτάτο, αναλαμβάνει την αρχηγία, κρατά μόνο 6 από τους 14 του Ε.Α.Κ. και τους διορίζει υπεύθυνους περιοχών στο τμήμα πληροφοριών, το οποίο μετονομάζει «Ελληνική Οργάνωση». Παράλληλα ζητά από την Αδελφότητα την καταστροφή κάθε στοιχείου για τους Γεώργιο Πεντζίκη και Γρηγόρη Κεχαγιά, τους οποίους διορίζει στο εκτελεστικό. Είναι με τους μόνους που έχει διακριτική επικοινωνία, στους οποίους και δίνει εντολές δράσης ή εκτέλεσης, ενώ αποφεύγει κάθε επαφή με το προξενείο για να μη γίνει αντιληπτός. Για αυτό το λόγο διαβάζουμε στα πρακτικά της 20 Μαΐου 1905 «να εξαφανισθή η απόδειξις του 1899 του Γρ. Κεχαγιά», ο οποίος ήταν τη διετία 1896-1898 ταμίας των κοιμητηρίων της Ευαγγελίστριας (Λογοδοσία 1899) και αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και στις 29 Απριλίου 1906 «να διαγραφή ως αποθανών». Ενώ στα πρακτικά της 14 Μαΐου 1905 διαγράφεται και ο Γεώργιος Πεντζίκης ως καθυστερών επί πέντε χρόνια τη συνδρομή του, ενώ από το 1904 έχει εκλεγεί και στην Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κοινότητας. Από τα αρχεία που έχουμε στη διάθεσή μας ο μεν Γρ. Κεχαγιάς αναφέρεται στα μέλη της Αδελφότητας από το 1892 ενώ ο Γ. Πεντζίκης από το 1898. Το 1905 διαγράφονται 23 μέλη -πιθανόν για τους ίδιους λόγους- επειδή δεν πλήρωσαν τις συνδρομές τους.   Ο Σουλιώτης δεν επιβαρύνει οικονομικά καθόλου την Ελληνική κυβέρνηση ούτε το Ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης. Τα έξοδα καλύπτονται από κατάλογο μυστικών συνδρομητών της Φιλόπτωχου μέσω διαχειριστικής επιτροπής. Η Αδελφότητα κρατά τη διαχείριση χωρίς να εκτίθεται ενώ κεντρικός ταμίας είναι ο Κ. Αγγελάκης, τραπεζίτης, ο μετέπειτα πρώτος Έλληνας δήμαρχος της Θεσσαλονίκης. Τα αποτελέσματα από όλες αυτές τις συντονισμένες ενέργειες είναι θεαματικά. Σε δύο χρόνια έχουν διαλυθεί οι δύο βουλγαρικοί συνοικισμοί της Θεσσαλονίκης, Κιλκίς Μαχαλέ στην περιοχή Πύλης Αξιού και Τράνσβααλ στην περιοχή Αγίας Τριάδος-Αγίου Φανουρίου. Ενώ η κυριαρχία, στη Λιμνοθάλασσα των Γιαννιτσών και των γύρω σχισματικών χωριών Άθυρα-Κουφάλια, ανήκει πλέον στους Μακεδονομάχους. Το πόσο σημαντικό ήταν αυτό, συνάγεται από το γεγονός ότι λίγα χρόνια αργότερα ο Ελληνικός Στρατός, όταν πλησίαζε για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη, βρήκε το έδαφος ελεύθερο και εισέβαλε αμέσως στην πόλη, ενώ την ημέρα παράδοσης της πόλης άνευ όρων από το Γ’ Σώμα του τουρκικού στρατού, η στρατιά του Θεοδώρωφ με τα βουλγαρικά στρατεύματα είχε ήδη φθάσει στην Άσσηρο και στις 28 Οκτωβρίου 1912 ήταν στρατοπεδευμένη στο Ωραιόκαστρο. Ας επανέλθουμε όμως στην τουρκοκρατία όπου η Αδελφότητα τηρεί με σχολαστικότητα τις αποφάσεις των τουρκικών αρχών και όταν όλοι οι ελληνικοί σύλλογοι ζητούν την επανάληψη της διαδήλωσης του 1904 ο πρόεδρος της Φιλόπτωχου Γρ. Γράβαρης, φοβούμενος επέμβαση στο εσωτερικό της Αδελφότητας από τις τουρκικές αρχές, αρνείται και αναβάλλει ακόμη και την τακτική γενική συνέλευση για τον επόμενο χρόνο.   Με το κίνημα των Νεότουρκων, η Αδελφότητα συμμετέχει μαζί με όλα τα Σωματεία στην εορταστική επαναστατική γιορτή. Την κίνηση των Νεότουρκων την είδαν θετικά αρκετοί παράγοντες της πόλης. Οι Νεότουρκοι στην αρχή και μέχρι να εδραιωθούν στην εξουσία, ήταν διαλλακτικοί και συνεργάσιμοι με τις μειονότητες αποφεύγοντας τις αντιπαραθέσεις. Με την πολιτική της αμνηστίας που ακολούθησαν σταμάτησαν τον ένοπλο αγώνα στη Μακεδονία, κάτι το οποίο ευνόησε τα Ελληνικά συμφέροντα, που είχαν κυριαρχήσει στην περιοχή. Επιπλέον τα Βουλγαρικά κομιτάτα του Σαντάσκυ, του Πάνιτσα και του Τσερνοπέεφ, ενεπλάκησαν στις διαμάχες των Νεότουρκων (Φιλελεύθεροι-Εθνικιστές). Στις 25 Μαΐου 1908.είχε εκλεγεί η νέα διοίκηση της Φιλοπτώχου, η οποία και παραμένει μέχρι το κίνημα των Νεότουρκων (23.7.1908) με πρόεδρο τον Γρ. Γράβαρη και γενικό γραμματέα τον ιατρό Γ. Παπανικολάου. Σύμφωνα με απόφαση των Νεότουρκων όλες οι οργανώσεις έπρεπε να διαλυθούν για να σταματήσουν οι αντιπαραθέσεις, και κατόπιν οι οργανώσεις, που εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς, έπρεπε να ζητήσουν νέα άδεια λειτουργίας, η οποία θα τους δινόταν μετά από ενδελεχή έλεγχο των τουρκικών αρχών. Η Φιλόπτωχος όφειλε να υποβάλει αίτηση αναγνωρίσεως, πράγμα που αρνήθηκε να κάνει τρομοκρατημένος ο πρόεδρός της. Την αίτηση υπογράφουν τελικά ως ιδρυτές ο γενικός γραμματέας Γ. Παπανικολάου και ένα μέλος της Γενικής Συνέλευσης, ο Ν. Παπαναμάκης στις 17 Οκτωβρίου 1909.   Στις 11 Μαΐου του επόμενου έτους καλούνται σε Γενική Συνέλευση αναμόρφωσης του καταστατικού σε δύο σημεία. Τις διαπραγματεύσεις κάνει ο δικηγόρος Κ. Τάττης με τον Αρχιγραμματέα της Νομαρχίας (σύμφωνα με το νόμο των Νεότουρκων). Παρόλο το κλίμα ανασφάλειας, που διακατείχε τους Ελληνορθόδοξους της πόλης, σε σχέση με την πολιτική που θα ακολουθούσαν οι Νεότουρκοι, υπήρχαν και ενθαρρυντικές ενδείξεις. Στο πρώτο Κοινοβούλιο που συστήθηκε συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλα τα έθνη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Κοινοβούλιο αποτελούνταν από 142 Τούρκους, 60 Άραβες, 25 Αλβανούς, 23 Έλληνες, 12 Αρμένιους, 5 Ισραηλίτες, 4 Βούλγαρους και 1 Κουτσόβλαχο. Το Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης έστειλε 6 Μουσουλμάνους, 2 Βούλγαρους, 1 Ισραηλίτη και 3 Έλληνες, το Γ. Άρτα, το Γ. Χωναίο και το Δημ. Λίγκα, όλοι δραστήρια μέλη της Αδελφότητας. Παρόλη την συνεργασία με τις αρχές των Νεότουρκων η Φιλόπτωχος δεν παύει να είναι πιστή στις εντολές και αποφάσεις της Ελληνικής Οργάνωσης του Αθ. Σουλιώτη. Με υπόδειξή του αγοράζεται το πωλούμενο οικόπεδο Γ. Ηρακλείδη δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου για να μην πέσει σε χέρια αλλοθρήσκων ή αλλόφυλων. Ο Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ Ε’ (Mehmet V, 1909-1918) επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη 31 Μαΐου 1911. Ολοκληρώνοντας το πλέον σημαντικό μέρος της δραστηριότητας της Αδελφότητας, διαπιστώνουμε ότι ανταποκρίθηκε πλήρως στις ιστορικές ανάγκες της εποχής για την προστασία των Ελληνορθόδοξων από το θρησκευτικό και φυλετικό ανταγωνισμό. Ένα μεγάλο μέρος από την επιτυχία της απελευθέρωσης της Μακεδονίας και της Θράκης ανήκει στη Φιλόπτωχο Αδελφότητα Θεσσαλονίκης.   Είναι αυτή που στέγασε το Ελληνικό Αμυντικό Κομιτάτο. Η δε μετέπειτα «Ελληνική Οργάνωση» του υπολοχαγού Αθ. Σουλιώτη, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στη βοήθεια της Φιλοπτώχου. Είναι η ψυχή και το ταμείο του Μακεδονικού Αγώνα. Και όπως έχει καταδειχτεί ιστορικά ο Μακεδονικός Αγώνας προπαρασκεύασε το έδαφος των θριάμβων του Ελληνικού Στρατού στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13 και ιδιαιτέρως κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό πόλεμο του 1913. Στις τάξεις της όμως η Αδελφότητα είχε επιστρατεύσει Ελληνορθόδοξους και άλλων υπηκοοτήτων, οι οποίοι όχι μόνο συμπαραστάθηκαν ηθικά και υλικά, αλλά πολλές φορές πλήρωσαν και με την ίδια τους τη ζωή τη δραστηριότητά τους υπέρ των Ελλήνων της πόλης. Οι πρόξενοι των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίοι πολλές φορές ήταν Έλληνες το γένος ή άλλοτε πάλι με μεγάλους δεσμούς με τους Έλληνες, βοήθησαν πολλές φορές τους Ελληνορθόδοξους της πόλης και αποτελούσαν ένα είδος ασπίδας απέναντι στην αυθαιρεσία των αρχών. Οι πρόξενοι της Γερμανίας Er. Abbot και της Γαλλίας J. Moulin, οι οποίοι ήταν παντρεμένοι με τις αδελφές Χατζηλαζάρου, ήταν επίλεκτα μέλη της Αδελφότητας, πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή την προσπάθειά τους να σώσουν τους Ελληνορθόδοξους της πόλης από το μένος του τουρκικού όχλου, στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου του 1876, ένα ιστορικό συμβάν που έμεινε στην ιστορία με την ονομασία «η σφαγή των προξένων». Επίσης μεγάλη προσφορά στο Μακεδονικό Αγώνα είχε και ο τέταρτος πρόεδρος της Φιλοπτώχου Περικλής Χατζηλαζάρου, Άγγλος υπήκοος, υποπρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, ο οποίος είχε μετατρέψει το σπίτι του σε οπλοστάσιο. Έλληνες υπάλληλοι των τουρκικών σιδηροδρόμων, μετέφεραν όπλα και πολεμοφόδια στην κατοικία του Μιχαήλ Καλού (όπου και η ομώνυμη οδός, κάθετη στη Μοναστηρίου), μαζί με τις πρώτες ύλες από την Ελλάδα, για το εργοστάσιό του. Ο Γ. Καλός, βιομήχανος και έμπορος λευκών ειδών, γιος του Μιχαήλ, μετέφερε ο ίδιος τα όπλα, τα οποία έκρυβε μέσα στην άμαξά του, στο Ελληνικό Προξενείο ή στην κατοικία του Περικλή Χατζηλαζάρου. Ενώ η μυστική αλληλογραφία του Μακεδονικού Αγώνα διακινούνταν με τον ίδιο τρόπο κατέληγε όμως στην οικία του Αλ. Ζάννα, επίσης μέλους της Φ.Α.Α.Θ., κοντά στο Ελληνικό προξενείο.   Αλλά και τα απλά μέλη της Αδελφότητας δε δίστασαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα. Καθημερινώς έφθαναν από όλα τα μέρη της Μακεδονίας αγωνιστές, πράκτορες και πληροφοριοδότες από τη λίμνη των Γιαννιτσών, άρρωστοι και τραυματίες με τα υποζύγιά τους, τα οποία έδεναν πίσω από τα λουτρά Παράδεισος στην πλατεία Αριστοτέλους. Από εκεί πήγαιναν στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, όπου τους παραλάμβαναν μέλη της Αδελφότητας και τους οδηγούσαν στον προορισμό τους. Ενώ τους πληροφοριοδότες τους οδηγούσαν μέσω της εκκλησίας του Γρηγορίου Παλαμά-Ιερά Μητρόπολη, από την κρύπτη στο Ελληνικό προξενείο για να δώσουν πληροφορίες για τα γεγονότα της περιοχής τους και να λάβουν οδηγίες.