Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης

Η ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, προσβλέποντας πάντα προς την ελεύθερη Ελλάδα για ηθική στήριξη και υλική συνδρομή, αντιμετωπίζοντας πανταχόθεν πλείστες όσες πιέσεις και επιβουλές, άρχισε να οργανώνεται, ιδρύοντας σχολεία και κοινωφελή ιδρύματα, ενισχύοντας το έργο των κληρικών και των εκπαιδευτικών και υποστηρίζοντας, ποικιλοτρόπως,τον πατριωτισμό των ελλήνων της Μακεδονίας. Το 1871, λίγους μήνες μετά το σχίσμα της Βουλγαρικής Εκκλησίας, οι ηγέτες της ελληνικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης αποφάσισαν και υλοποίησαν την ίδρυση της «Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης», η οποία θα λειτουργούσε εφεξής, εμφανώς, ως μοχλός στήριξης των αναξιοπαθούντων και αφανώς, ως μηχανισμός προώθησης των εθνικών δικαίων. Η συνεχής αύξηση των μελών της, με γεωμετρική πρόοδο και οι γενναίες οικονομικές ενισχύσεις ελλήνων ομογενών της Ευρώπης υπό τη μορφή δωρεών, ευεργετημάτων και συνδρομών συνεισέφεραν στην αύξηση της περιουσίας της, η οποία τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της υπερέβη τις 1000 χρυσές οθωμανικές λίρες. Από το κεφάλαιο αυτό αποφασίστηκε το 40,00% να αποτελέσει αποθεματικό και το υπόλοιπο 60,00% να διατεθεί σε ευαγείς και εθνικούς σκοπούς. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβλήθηκε με έλληνες ιατρούς και φαρμακοποιούς για την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε απόρους, στήριζε φυλακισμένους πατριώτες και ενίσχυε χήρες και ορφανά παιδιά. Επιπρόσθετα, με πόρους της Αδελφότητας, επιδοτήθηκαν Ενορίες, Εκκλησιαστικές και Εθνικές Οργανώσεις, διδάσκαλοι και άποροι μαθητές, ενώ με αγώνες διεκπεραίωσε το στόχο δημιουργίας ευπρεπών κοιμητηρίων, το οποίο αποτελούσε, συν τοις άλλοις, ζήτημα κύρους και επιρροής για την ελληνική Κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Προς το σκοπό αυτό αποκτήθηκαν οι κατάλληλες εκτάσεις και δημιουργήθηκαν τα νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας, της Αγίας Παρασκευής και της Αγίας Φωτεινής, στα οποία η Αδελφότητα ανήγειρε Ιερούς Ναούς και άλλα κτίσματα για τις ανάγκες της λειτουργίας των. Το 1883, με τη συνδρομή του έλληνα Προξένου της Θεσσαλονίκης απέστειλε σημαντικό ποσό προς ανακούφιση των σεισμόπληκτων της Ζακύνθου. Το 1889 ενίσχυσε γενναία την Εφορία των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της πόλης η οποία αντιμετώπιζε, τότε, σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και προσήλθε αρωγός στο έργο ανοικοδόμησης των Αστικών Σχολών στην οδό Κ. Παλαιολόγου και στην Ανάληψη. Επιπρόσθετα, στήριξε οικονομικά τη λειτουργία της νυκτερινής σχολής του «Φιλοπροοδευτικού Συλλόγου» και ανέλαβε τα έξοδα σπουδών εκατοντάδων απόρων μαθητών, καθώς και Μακεδόνων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Το 1890 στήριξε ποικιλοτρόπως τους πληγέντες από πυρκαγιά Θεσσαλονικείς και λίγο αργότερα τους πληγέντες, από πλημμύρες του Αξιού, χωρικούς της περιοχής. Μεταξύ άλλων, η Αδελφότητα προσέφερε κατ’ επανάληψη σημαντικά ποσά για την ανέγερση του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Γρηγορίου στον Παλαμά και για την ενίσχυση της λειτουργίας του Θεαγενείου Νοσοκομείου. Με το ποικιλόμορφο κοινωνικό και εθνικό της έργο η Αδελφότητα έτυχε άμεσης και ευρύτατης αναγνώρισης και υποστήριξης τόσο από τις λαϊκές τάξεις, όσο και από τις πανίσχυρες, τότε, συντεχνίες, συνεισφέροντας καθοριστικά στην ενίσχυση της ενότητας του ελληνισμού της Θεσσαλονίκης, καθώς και στην τόνωση των θρησκευτικών και πατριωτικών συναισθημάτων του. Ο Μακεδονικός Αγώνας αφύπνισε τους Έλληνες και κινητοποίησε αδρανείς δυνάμεις σε μία από τις πλέον ένδοξες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Στην επιτυχή έκβασή του, η οποία οδήγησε στην πολυπόθητη ελευθερία, συνεισέφεραν πολλοί και μεταξύ αυτών η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης”. Στα πλαίσια του Μακεδονικού Αγώνα, η Αδελφότητα, κάλυψε και υποστήριξε την αποστολή πρακτόρων σε κάθε σημείο της Μακεδονικής γης, συνεισέφερε και συνέδραμε στην ίδρυση και λειτουργία μυστικών Οργανώσεων και συνδέσμων σε πόλεις και χωριά και οργάνωσε μεγαλειώδη αντιβουλγαρική διαδήλωση ελλήνων στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 1904, η οποία με τη μαζικότητα και το δυναμισμό της κατέπληξε τόσο τους Τούρκους, όσο και τους διαπιστευμένους στην πόλη Προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίοι, έκτοτε, άρχισαν να υπολήπτονται την ισχύ και την επιρροή των ελλήνων της Μακεδονίας. Η «Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης» συνέβαλε ουσιαστικά στη λειτουργία της κορυφαίας οργάνωσης του Μακεδονικού Αγώνα με την επωνυμία «Ελληνική Οργάνωση», υποστηρίζοντας τους Μακεδονομάχους και τις οικογένειές τους, διαχειριζόμενη τόσο τις μυστικές επιχορηγήσεις που προέρχονταν από το Ελληνικό Προξενείο, όσο και εν γένει, τα οικονομικά της εθνικής προσπάθειας, χωρίς να εκτίθεται ο κεντρικός Ταμίας του Μακεδονικού Αγώνα, ο τραπεζίτης Κωνσταντίνος Αγγελάκης. Υπάλληλοι των σιδηροδρόμων, μέλη της Αδελφότητος, μετέφεραν όπλα και άλλα πολεμοφόδια στη Θεσσαλονίκη και τα αποθήκευαν στη βιοτεχνία και στην κατοικία του μέλους της Μιχαήλ Καλού, ενώ η μυστική αλληλογραφία του Αγώνα, με φροντίδα της Αδελφότητος, κατέληγε στην οικία του Αλεξάνδρου Ζάννα, επίσης διαπρεπούς μέλους της Αδελφότητος. Επιπρόσθετα, η Αδελφότητα είχε οργανώσει ως σημείο υποδοχής των Μακεδονομάχων, των πληροφοριοδοτών, των ασθενών και των τραυματιών, που καθημερινά κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη, την Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, από όπου τους παραλάμβαναν μέλη της Αδελφότητος και τους οδηγούσαν στον τελικό προορισμό τους ή τους παρείχαν την ενδεδειγμένη, κατά περίπτωση, φροντίδα. Με την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη η Αδελφότητα προσήλθε ως αρωγός και ενίσχυσε τον Ερυθρό Σταυρό και τη λειτουργία του Νοσοκομείου της Πριγκίπισσας Ελένης. Προέβη στη δωρεά των σταυρών εκ χρυσού, οι οποίοι τοποθετήθηκαν στους θόλους των ανακτηθέντων βυζαντινών ναών, τους οποίους οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε τεμένη. Προσέφερε, επίσης, σημαντικά ποσά υπέρ των τραυματιών, υπέρ του Λευκού Σταυρού και ενίσχυσε, ποικιλοτρόπως, τους πρόσφυγες από την Ήπειρο που συνέρευσαν μαζικά στη Θεσσαλονίκη. Η μεγάλη πυρκαγιά το 1917 και η ολοσχερής, σχεδόν, καταστροφή της Θεσσαλονίκης κινητοποίησε το σύνολο του δυναμικού και των δυνατοτήτων της Αδελφότητος για τη στήριξη των πληγέντων. Το 1919 θεμελίωσε ναΐδριο στο όνομα του Αγίου Παύλου, στον ομώνυμο σήμερα Δήμο, σε σημείο όπου, κατά την παράδοση, είχε αναζητήσει καταφύγιο προ 19 αιώνων, ο Απόστολος των Εθνών, εκπληρώνοντας, με τα θηρανοίξια του Ναού το 1922, μία οφειλόμενη πράξη ευγνωμοσύνης των Θεσσαλονικέων προς τον ιδρυτή της εκκλησίας των. Το 1922 και με στόχο την ανακούφιση των χιλιάδων προσφύγων που συνέρεαν στη Θεσσαλονίκη από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη, η Αδελφότητα διέθεσε το σύνολο του αποθεματικού της κεφαλαίου, κατά παράβαση σχετικών περιορισμών, που προβλέπονταν στο Καταστατικό της. Το 1932 η Αδελφότητα αποστερήθηκε την κύρια πηγή εσόδων της, η οποία αφορούσε στη διαχείριση των τελούντων υπό την ιδιοκτησία της νεκροταφείων της πόλης, λόγω ψήφισης νόμου, που ανέθετε τη σχετική αρμοδιότητα στους δήμους και τις κοινότητες. Διαθέτοντας, πλέον πόρους προερχόμενους μόνο από τη διαχείριση ακινήτων της ιδιοκτησίας της και τις συνδρομές των μελών της, περιόρισε μεν σε μικρότερη κλίμακα, αλλά δεν ανέστειλε ποτέ το ποικιλόμορφο φιλάνθρωπο έργο της. Κατά την περίοδο της Κατοχής η Αδελφότητα συνεργάστηκε με τις Χριστιανικές Οργανώσεις της πόλης και έθεσε στη διάθεσή τους το σύνολο της ακινήτου περιουσίας της. Προσέφερε στέγη και σίτιση σε εκατοντάδες νέους και άλλους αναξιοπαθούντες, ενώ πρωτοστάτησε στη στήριξη του ηθικού των κατοίκων της πόλης. Τα χρόνια της ελευθερίας που ακολούθησαν η Αδελφότητα συνέχισε και συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας την προσφορά της. Το 1972 παραχώρησε έκταση 4.300 τ.μ. για την ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Παύλου στον ομώνυμο Δήμο, ενίσχυσε γενναία, το 1994, τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων, το 1995 το Πατριαρχείο Αντιοχείας, το 1996 τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας, το 1997 το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής και το ίδιο έτος ανέλαβε πλήρως το έργο μηχανοργάνωσης της Σχολής της Χάλκης στην Κωνσταντινούπολη. Το 1997, επίσης, ενίσχυσε την κοινότητα Φραστάνης Αργυροκάστρου στην Αλβανία για την ανακατασκευή του Δημοτικού Σχολείου, που είχε καταστραφεί από εμπρησμό. Προσήλθε αρωγός στην ανέγερση, αναστήλωση και επιδιόρθωση δεκάδων Ι. Ναών, ενώ προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει τακτικά και έκτακτα βοηθήματα σε εκατοντάδες άπορους της πόλης και να ενισχύει, σε τακτές περιόδους, φιλανθρωπικά σωματεία και κοινωφελή ιδρύματα. Σε κάθε περίπτωση το έργο της «Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης» από την ίδρυσή της, το 1871, έως τις ημέρες μας, διαπνέεται από την αρχή: «Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν».

Βιβλιογραφία

1. Βαλάσης Γ. Πανηγυρικός λόγος του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της Αδελφότητος. Θεσσαλονίκη: Φ.Α.Α.Θ. 1971.

2. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης. Αρχείο περιόδου 1871-2008 (Επεξεργασία στοιχείων).

3. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης. Πρακτικά συνεδριάσεων Δ.Σ. και Γ.Σ. περιόδου 1871-2008 (Επεξεργασία στοιχείων).

4. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης. Λογοδοσίες 1889-1892, 1922, 1923, 1924, 1925, 1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932-1935, 1935-1937, 1962-1965, 1965-1967, 1971-1972, 1973-1974.

5. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης 1871-1971. Θεσσαλονίκη: Φ.Α.Α.Θ. 1971.

6. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης. Μια ιστορία δίχως τέλος. Συμπλήρωσης 120 ετών. Θεσσαλονίκη: Φ.Α.Α.Θ., 1991.

7. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης 1871-2000. Θεσσαλονίκη: Φ.Α.Α.Θ. 2000.